Παρασκευή, 21 Ιουλίου 2017

Phase IV (1974)

Είδος: Επιστημονικής Φαντασίας, Θρίλερ

"Το Phase VI δεν είναι για όλους αλλά απευθύνεται κυρίως σε αυτούς που δεν συνδέουν την επιστημονική φαντασία με τη δράση (όπου δράση, βάλε διαστημόπλοια, φωτόσπαθα και τέιζερς) αλλά αναζητούν κάτι πιο βαθύ. Αναζητούν τη σύγκρουση των ειδών, των ιδεών και τους αρέσει η αντιστροφή ρόλου δυνατού και αδυνάτου. Εδώ υπάρχει τροφή για εσάς. Πάνω απ' όλα αυτά όμως, το Phase IV είναι μια οπτική απόδραση από την πραγματικότητα, ένα -ανά διαστήματα- περίεργο ψυχεδελικό ταξίδι. "

Σκηνοθεσία:Saul Bass
Σενάριο:Mayo Simon
Παίζουν:Nigel Davenport,
Michael Murphy,Lynne Frederick
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
 Το Phase IV είναι μια ξεχασμένη και ιδιαίτερη ταινία επιστημονικής φαντασίας. Δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό αλλά σε όσους από εσάς ψάχνουν πάντα κάτι διαφορετικό. Αυτό το κάτι διαφορετικό, το δίνει στο φιλμ ο σκηνοθέτης του, ο εκπληκτικός καλλιτέχνης που ακούει στο όνομα, Saul Bass!
  Η ιστορία που έγραψε ο Μέιο Σάιμον ακολουθεί τη λογική που θέλει ένα κατώτερο είδος ζωής από αυτά που κατοικούν στον πλανήτη, να ξεσηκώνεται εναντίον των ανθρώπων. Αυτό συνέβη όταν κάτι σαν μετεωρίτης πέρασε κοντά από τη Γη. Τα πλάσματα που φαίνεται να επηρεάστηκαν και να ενεργούν διαφορετικά είναι τα μυρμήγκια της ερήμου. Επικοινωνούν με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο πια και φαίνεται να παρουσιάζουν υψηλότερη ευφυΐα μέρα με τη μέρα. Αρχικά αφανίζουν άλλα έντομα και στην πορεία χτίζουν περίεργες κατασκευές, οι οποίες τραβάνε το ενδιαφέρον των επιστημόνων. Δύο επιστήμονες και ένα μικρό κορίτσι είναι αυτοί που μέσα από μια μικρή βάση στη μέση της ερήμου, θα προσπαθήσουν να σταματήσουν την εξάπλωση των μυρμηγκιών.
  Η ουσία όμως της ταινίας δεν βρίσκεται τόσο στο σενάριό της αλλά στην ιστορία που λέει ο Bass μέσα από τα πλάνα του. Σχεδιαστής γραφικών επί σειρά ετών, ο Bass είναι ο άνθρωπος που κρύβεται πίσω από μερικούς από τους πιο ιδιαίτερους τίτλους έναρξης κλασικών ταινιών, όπως το Ψυχώ και το Στη Σκιά Των Τεσσάρων Γιγάντων. Εδώ ο Bass μας δίνει μερικά πολύ προσεγμένα πλάνα, παίζει με τους φωτισμούς και σχεδιάζει μερικές περίεργες κατασκευές, που υποτίθεται ότι δημιουργήθηκαν από τα μυρμήγκια. Άπειρος όμως ως σκηνοθέτης ο Bass δεν καταφέρνει να κρατήσει πολύ καλό ρυθμό στην ταινία του κι εκεί είναι που χάνει πόντους. Υπάρχει η δεύτερη πράξη που εμφανίζεται μια μικρή κοιλιά αλλά και πάλι δεν μειώνεται ιδιαίτερα η αξία αυτής της παράξενης δημιουργίας.

Καλύτερες στιγμές της ταινίας είναι τρεις: 1. Τα πρώτα λεπτά και η κοντινή μας ενασχόληση με τα μυρμήγκια.2. Τα εξωγήινης αρχιτεκτονικής κτίσματα των μυρμηγκιών που βλέπουμε λίγο πριν το μέσο του φιλμ 3. Οι τελευταίες σκηνές και ο τρόπος που παίζει ο Bass με τα σώματα των πρωταγωνιστών, τον ήλιο και τα χρώματα.
  Το Phase VI δεν είναι για όλους αλλά απευθύνεται κυρίως σε αυτούς που δεν συνδέουν την επιστημονική φαντασία με τη δράση (όπου δράση, βάλε διαστημόπλοια, φωτόσπαθα και τέιζερς) αλλά αναζητούν κάτι πιο βαθύ. Αναζητούν τη σύγκρουση των ειδών, των ιδεών και τους αρέσει η αντιστροφή ρόλου δυνατού και αδυνάτου. Εδώ υπάρχει τροφή για εσάς. Πάνω απ' όλα αυτά όμως, το Phase IV είναι μια οπτική απόδραση από την πραγματικότητα, ένα -ανά διαστήματα- περίεργο ψυχεδελικό ταξίδι. Ψάξτε λοιπόν και ρίξτε μια ματιά σε ετούτο το σπάνιο και ξεχασμένο φιλμ του 1974.


Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων

IMDb



Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

The Green Inferno (2013)

Είδος: Τρόμου, Περιπέτεια,Κωμωδία

"Αυτό που καταφέρνει ο Ροθ και που δεν το είχε καταφέρει με τις προηγούμενες ταινίες του, είναι να με κάνει να την παρακολουθήσω με περιέργεια μέχρι το τέλος κι αυτό, πιστέψτε με, είναι μεγάλο βήμα και για τους δυο μας. Λίγο η καλή ροή, λίγο κάποιες στιγμές αγωνίας, λίγο το άκυρο χιούμορ, λίγο οι στιγμές που "η φύση εκδικείται" μεν αλλά σώζει κιόλας τους πιο "αγνούς" και κάπως έτσι περνά η ώρα, δια μέσω καλών στιγμών, μερικών μέτριων, μερικών αδιάφορων, μερικών παντελώς αχρείαστων και κάποιων κακών στιγμών ψηφιακών εφέ."

ΚΑΝΙΒΑΛΟΙ
Σκηνοθεσία:Eli Roth
Σενάριο:Guillermo Amoedo,Eli Roth
Παίζουν:Lorenza Izzo,
Ariel Levy,Aaron Burns
Γράφει ο Νίκος Ρέντζος
Ποτέ μη λες ποτέ λένε οι σοφότεροι και κάτι θα ξέρουν μάλλον. Έτσι λοιπόν κι εγώ, ενώ είχα υποσχεθεί στον εαυτό να μην παρακολουθήσωv ποτέ πια άλλη ταινία του Ιλάι Ροθ, μετά και την τελευταία ευκαιρία που έδωσα στον φίλτατο, Ιλάι, με το προηγούμενο φιλμ του, Knock Knock, παραστράτησα και για κάποιον ανεξήγητο λόγο έψαξα να βρω το The Green Inferno. Το περίεργο εδώ είναι το The Green Inferno το παρακολούθησα με μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ' όλα τα προηγούμενα φιλμ του και παρότι εξακολουθώ να μην κατανοώ απόλυτα τι ακριβώς θέλει να κάνει με τις ταινίες του ο Ροθ, ούτε εννοώ τον τρόπο που χρησιμοποιεί το χιούμορ, παρ' ολ' αυτά λοιπόν, θεωρώ αυτή την κανιβαλιστικών διαθέσεων δημιουργία του, το καλύτερο φιλμ του. Τώρα το τι μπορεί να σημαίνει η φράση "το καλύτερο φιλμ του Ιλάι Ροθ", είναι κάτι που σηκώνει κουβέντα.
  Στην ουσία, το φιλαράκι του Ταραντίνο, καμουφλάρει με οικολογικές και πολιτισμικές ανησυχίες την ταινία του, μόνο και μόνο για να μπορέσει να επιδοθεί με μεγαλύτερη ευκολία στο αγαπημένο του "slasher party". Παίρνει μια ομάδα φοιτητών με ακτιβιστική δράση και τους στέλνει σε δάσος του Αμαζονίου, για να αποτρέψουν την καταστροφή του δάσους και τον ντόπιων καταυλισμών ιθαγενών από τα αδηφάγα σύγχρονα μηχανήματα που καταστρέφουν ό,τι βρουν στο διάβα τους, για τη δημιουργία μοντέρνων εγκαταστάσεων. Ο αρχηγός της ομάδας αποδεικνύεται καθαρματάκι, που οι σκοποί του δεν ήταν αλτρουιστικοί, το αεροπλάνο τους συντρίβεται σε μια άγνωστη περιοχή της ζούγκλας και σύντομα πέφτουν θύματα μιας φυλής κανιβάλων. Από εκεί και μετά, ο Ροθ, βγάζει τα μαχαίρια και ταΐζει τους κανιβάλους και το κοινό που τον ακολουθεί.
  Φίλος των σπλάτερ και όλων αυτών των φιλμς που σκοπός τους είναι απλώς να δείξουν όσο μπορούν πιο σοκαριστικά πράγματα στο θεατή, δεν είμαι. Ξεχωρίζω ωστόσο μερικούς ανθρώπους που ασχολήθηκαν με το είδος, όπως αυτόν που θεωρώ κορυφαία περίπτωση, τον Λούσιο Φούλτσι. Ο Φούλτσι ήταν ένας "καμουφλαρισμένος" καλλιτέχνης που εκφράστηκε μέσα από τις ταινίες τρόμου και το σπλάτερ. Χαζά σενάρια πολλές φορές, κακές ερμηνείες, υπερβολές και αρκετό αίμα αλλά η ματιά του Φούλτσι φανέρωνε κάτι βαθύτερο μέσα του. Ο Ροθ από την άλλη θεωρώ ότι βρίσκεται στο άλλο άκρο. Είναι ένας σπλατεράς και θιασώτης της αλόγιστης βίας, που προσπαθεί να καμουφλάρει το έργο του πολλές φορές με καλλιτεχνικές ανησυχίες, που αν υφίστανται, τουλάχιστον εγώ δε μπορώ να τις διακρίνω. 
  Τι έγινε λοιπόν και το The Green Inferno δε με έκανε να νιώσω το ίδιο ηλίθιος που παρακολούθησα ένα ακόμα φιλμ του Ροθ;
  Εκατό τοις εκατό δεν είμαι κι εγώ σίγουρος, αλλά θα προσπαθήσω να δώσω μια εξήγηση.
  Ίσως ο πρώτος και κύριος παράγοντας ήταν τα πρώτα έντονα πράσινα πλάνα του δάσους, η καλή φωτογραφία του Αντόνιο Κερσία και η κλασικής προσέγγισης μουσική που έγραψε για τους τίτλους έναρξης ο Μανουέλ Ριβέιρο. Ίσως αυτά να με έβαλαν αμέσως στην ταινία. Λίγο αργότερα και παρά την εμφάνιση των ηθοποιών και τις εμφανέστατα μέτριες "ερμηνείες, το φιλμ άρχισε να λειτουργεί σαν τα b movies της δεκαετίας του 1980. Βρίσκουμε ένα εύκολο σενάριο και σπρώχνουμε σιγά σιγά την υπόθεση στον Αμαζόνιο, που είναι το κύριο πεδίο δράσης της ταινίας. Επίσης υπάρχει κάτι που αν ο Ροθ το έχει κάνει εσκεμμένα, για μένα λειτούργησε. Η αίσθηση ότι θα παρακολουθώ μια περιπέτεια που θα γίνει ένα πολύ σκληρό σπλάτερ στην πορεία, αρχίζει να απομακρύνεται, γιατί χρησιμοποιεί το περίεργο χιούμορ του σε στιγμές που δεν το περιμένεις και πολλές φορές σε στιγμές που δεν το βλέπεις. Έτσι όταν έρχεται η πρώτη και πιο σοκαριστική σκηνή του φιλμ, σε πιάνει στον ύπνο.
  Αυτό που καταφέρνει ο Ροθ και που δεν το είχε καταφέρει με τις προηγούμενες ταινίες του, είναι να με κάνει να την παρακολουθήσω με περιέργεια μέχρι το τέλος κι αυτό, πιστέψτε με, είναι μεγάλο βήμα και για τους δυο μας. Λίγο η καλή ροή, λίγο κάποιες στιγμές αγωνίας, λίγο το άκυρο χιούμορ, λίγο οι στιγμές που "η φύση εκδικείται" μεν αλλά σώζει κιόλας τους πιο "αγνούς" και κάπως έτσι περνά η ώρα, δια μέσω καλών στιγμών, μερικών μέτριων, μερικών αδιάφορων, μερικών παντελώς αχρείαστων και κάποιων κακών στιγμών ψηφιακών εφέ. Εν τέλει, αυτή που θεωρώ την καλύτερη στιγμή του Ιλάι Ροθ δεν είναι κάτι παραπάνω από μια τουλάχιστον μέτρια ταινία, που μπορεί να κρατήσει το θεατή του είδους υπό προϋποθέσεις. 



Βαθμολογία άλλων ιστοσελίδων
Cine.gr
PopCorn
IMDb